Meaning of πυροσταφυλικό οξύ | Babel Free
Ορισμοί
οργανικό οξύ που αποτελεί βασικό ενδιάμεσο της κυτταρικής αναπνοής, σχηματιζόμενο στο τέλος της γλυκόλυσης και ικανό να κατευθυνθεί είτε προς αερόβιες είτε προς αναερόβιες μεταβολικές οδούς
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.