Meaning of πυροκλαστικός | Babel Free
Ορισμοί
- αυτός που διαιρείται, τεμαχίζεται σε υψηλή θερμοκρασία
- ο προερχόμενος από βίαιη ηφαιστειακή έκρηξη,
- περιγραφή υλικού και υφής του, από παραπάνω προέλευση
- χαρακτηρισμός πετρώματος από απόθεση παραπάνω υλικού
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.