Meaning of πυροδοτούσα | Babel Free
/pi.ɾo.ðoˈtu.sa/Ορισμοί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυροδοτών
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του πυροδοτώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.