HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πυροδοτηθεί | Babel Free

Verb CEFR C1
/pi.ɾo.ðo.tiˈθi/

Ορισμοί

  1. απαρέμφατο παθητικού αορίστου του πυροδοτώ
  2. γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του πυροδοτώ

Παραδείγματα

“να, ας, αν, ίσως πυροδοτηθεί (υποτακτική αορίστου)”
“θα πυροδοτηθεί (ενεργητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πυροδοτηθεί used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course