Meaning of πυροδοτήσει | Babel Free
/pi.ɾo.ðoˈti.si/Ορισμοί
- απαρέμφατο ενεργητικού αορίστου του πυροδοτώ
- γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του πυροδοτώ
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως πυροδοτήσει (υποτακτική αορίστου)”
“θα πυροδοτήσει (ενεργητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.