Meaning of πυροβατικός | Babel Free
Ορισμοί
- : ο σχετικός με πυροβάτη ή πυροβασία
- ο σχετικός με αναστενάρη
Παραδείγματα
“"πυροβατικός οίστρος", "πυροβατική έκσταση", "πυροβατικό έθιμο"”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.