Meaning of πυριτοδότης | Babel Free
/pi.ɾi.toˈðo.tis/Ορισμοί
-
κάποιος (π.χ. ναύτης) που φροντίζει για την πυροδότηση των πυρομαχικών ή για όλη τη σχετική διαδικασία dated, formal
-
ναύτης παλιού ιστιοφόρου πολεμικού πλοίου, υπεύθυνος για τη μεταφορά πυρομαχικών από τις αποθήκες στα πυροβόλα dated, formal
Παραδείγματα
“για την πυροδότηση, δείτε πυροβολητής, κανονιέρης”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.