Meaning of πτερόσαυρος | Babel Free
/pteˈɾo.sa.vɾos/Ορισμοί
που ανήκει στο εξαφανισμένο γένος Πτερόσαυρος, ιπτάμενο ερπετό το οποίο έζησε κατά τον Μεσοζωικό αιώνα
Παραδείγματα
“※ Μια πραγματικά εκπληκτική ανακάλυψη έκαναν ερευνητές του Πανεπιστημίου Universidade do Contestado στη Βραζιλία. Ανακάλυψαν απολιθώματα ενός ολόκληρου σμήνους πτεροσαύρων τα μέλη του οποίου όπως διαπιστώθηκε ανήκουν μάλιστα σε ένα άγνωστο μέχρι σήμερα είδος που ζούσε στο Κρητιδικό, τη γεωλογική περίοδο που εξαφανίστηκαν οι δεινόσαυροι. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.