Meaning of πτήσσω | Babel Free
Ορισμοί
φοβάμαι, ζαρώνω, δειλιάζω όταν είναι αμετάβατο. Στην αρχαία ελληνικά όταν το χρησιμοποιούσαν μερικές φορές ως μεταβατικό, σήμαινε το φοβερίζω κάποιον, τον απειλώ, τον τρομάζω, τον κάνω να ζαρώσει από το φόβο του. Αναπτύχθηκε από την ίδια ρίζα παράλληλα με το πτώσσω και το πτοώ
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.