Meaning of πρώτες βοήθειες | Babel Free
/ˈpɾotes voˈiθies/Ορισμοί
βασική ιατρική περίθαλψη η οποία παρέχεται σε θύμα τραυματισμού, συνήθως όταν είναι ελαφρύς ή όταν δεν υπάρχει δυνατότητα για καλύτερη περίθαλψη
Ισοδύναμα
English
first aid
Παραδείγματα
“Ο γιατρός παρέχει τις πρώτες βοήθειες στον τραυματία.”
The doctor is providing first aid to the injured person.
“※ Μάχη για να κρατηθεί στη ζωή δίνει ένα 6χρονο αγόρι από τα Γρεβενά το οποίο υπέστη ανακοπή καρδιάς από άγνωστη μέχρι στιγμής αιτία. Αρχικά, πλήρωμα του ΕΚΑΒ έφτασε σπίτι του παιδιού αργά το απόγευμα της Τρίτης και του προσέφερε τις πρώτες βοήθειες.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.