Meaning of πρόστεγο | Babel Free
/ˈpɾo.ste.ɣo/Ορισμοί
- το μπροστινό μέρος μεγάλου στεγάσματος
- άλλη μορφή του προστέγασμα
- η πρωραία υπερκατασκευή πλοίου
Παραδείγματα
“χαρακτηριστικό το πρόστεγο που φέρουν τα ρυμουλκά, αλιευτικά, φορτηγιδοφόρα κ.ά. τύποι πλοίων”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.