Meaning of πρόσεδρος | Babel Free
/ˈpɾo.se.ðɾos/Ορισμοί
- που στέκεται δίπλα, που συμμετέχει σε κάτι
- κατηγορία στην ιεραρχική δομή της Ακαδημίας Αθηνών
Παραδείγματα
“Το 1928 ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης αναγορεύτηκε πρόσεδρο μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.