Meaning of πρωτόσχολος | Babel Free
Ορισμοί
άριστος μαθητής που κατά την αλληλοδιδακτική μέθοδο γινόταν βοηθός δασκάλου σε μικρότερες τάξεις, διδάσκοντας και εποπτεύοντας την εκπαιδευτική διαδικασία
dated
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.