Meaning of πρωτόλουβος | Babel Free
/pɾoˈto.lu.vos/Ορισμοί
- που εμφανίζεται πρώτος
- πρώιμος, που ωρίμασε πρώτος
- νεαρός, έφηβος, πρωτόβγαλτος
Παραδείγματα
“※ Καλώς μάς ήλθες, άκακο πουλί χαριτωμένο καλώς μάς ήλθες, του Μαρτιού πρωτόλουβο λουλούδι!”
“※ Σ' εμένα ο Μήτρος μια βολά, σ' εμένα ο υιός του Νότη. Το γιαταγάνι ετρόχησε, πρωτόλουβος λεβέντης, Κ ' ερρίχτηκε στον πόλεμο ψηλά ανεμίζοντάς το. Και νικητής σαν έγυρε σ' εμένα πάλιν ήρθε (Κωνσταντίνος Δ. Κρυστάλλης, Έργα: ποιήματα και πεζά, 1912, σελ. 100)”
“※ Όλες οι αίσθησες, οι πέντε γνώριμες στον πρωτόλουβο άνθρωπο κι οι νιες, που τώρα φανερώνονται με το ξετύλιμα του είδους, όλες έχασκαν ν’ αποθηκέψουν στην ψυχή κάθε φανερό και κρυφό, για να κάμουν την αμβροσία της (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1894)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.