Meaning of πρωτοϊνδοευρωπαϊκης | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική ενικού του πρωτοϊνδοευρωπαϊκη genitive, singular
- γενική ενικού, θηλυκού γένους (πρωτοϊνδοευρωπαϊκή) του πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.