Meaning of πρωτοϊνδοευρωπαϊκή | Babel Free
/pɾo.to.in.ðo.e.vɾo.pa.iˈci/Ορισμοί
η αρχική, υποθετική, ανασυντεθειμένη μητέρα - γλώσσα της οικογένειας των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών
Παραδείγματα
“συντομομορφή: ΠΙΕ”
“στην αρχή των υποθετικών αμάρτυρων λέξεων ή ριζών της σημειώνεται αστερίσκος (*) (όπως στο * ph₂tḗr)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.