HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πρωτοψάλτης | Babel Free

Noun CEFR C1
/pɾo.toˈpsal.tis/

Ορισμοί

  1. εκκλησιαστικός τίτλος, για τον πρώτο στην ιεραρχία των ψαλτών στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (έπεται ο Λαμπαδάριος τού αριστερού χορού και έπεται ο Δομέστικος)
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. πρώτος ιεροψάλτης του δεξιού χορού της χορωδίας του ιερού ναού. Δίνεται σε άνδρες στους οποίους έχει προηγηθεί η χειροθεσία τους σε αναγνώστη.

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πρωτοψάλτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course