HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πρωτοτόκος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
pɾo.toˈto.kos

Ορισμοί

  1. που γεννάει πρώτη φορά
  2. που έχει γεννηθεί πρώτος στη σειρά, ο πιο μεγάλος, o μεγαλύτερος
  3. που φέρει το δικαίωμα των πρωτοτοκίων, πρωτογέννητος
    dated
  4. που γεννά για πρώτη φορά

Ισοδύναμα

18 more languages
Bosanskičaso
Češtinaprvorozený
עבריתבכור
Hrvatskičaso
Bahasa Indonesiaulung
한국어처음
Kurdîçaso
Nederlandseerstgeboren
Српскиčaso
Tiếng Việtcảhaisotrưởng

Παραδείγματα

“※ Κι υπάρχει και τρίτη ιστορία περί πτώσης του Ηφαίστου: ότι επειδής ο Ζευς είχε ήδη αρχίσει τα ξεπορτίσματα και η Ήρα είχε φάει τα λυσσακά της που ο άντρας της είχε γεννήσει μοναχός του την Αθηνά απʼ το κεφάλι […] αποφάσισε να του αφήσει τον πρωτότοκο γιο του σακάτη για τιμωρία, και το ʼριξε το παιδί πέναλτι στο Γάμα.”
“※ Στο πρώτο στάδιο του τοκετού διακρίνονται δύο φάσεις, η λανθάνουσα και η ενεργητική. Η λανθάνουσα φάση χαρακτηρίζεται από ήπιες ωδίνες της μήτρας και διαρκεί περίπου έξι ώρες στην πρωτότοκο και τέσσερις ώρες στην πολύτοκο. (Δυστοκία και μαιευτικές επιπλοκές κατά τον τοκετό ivf-embryo.gr, ανακτήθηκε στις 15/4/2023 https://www.ivf-embryo.gr/maieytikes-epiplokes)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πρωτοτόκος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free