HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πρωτοτόκος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/pɾo.toˈto.kos/

Ορισμοί

  1. που γεννάει πρώτη φορά
  2. που έχει γεννηθεί πρώτος στη σειρά, ο πιο μεγάλος, o μεγαλύτερος
  3. που φέρει το δικαίωμα των πρωτοτοκίων, πρωτογέννητος
    dated
  4. που γεννά για πρώτη φορά

Παραδείγματα

“※ Κι υπάρχει και τρίτη ιστορία περί πτώσης του Ηφαίστου: ότι επειδής ο Ζευς είχε ήδη αρχίσει τα ξεπορτίσματα και η Ήρα είχε φάει τα λυσσακά της που ο άντρας της είχε γεννήσει μοναχός του την Αθηνά απʼ το κεφάλι […] αποφάσισε να του αφήσει τον πρωτότοκο γιο του σακάτη για τιμωρία, και το ʼριξε το παιδί πέναλτι στο Γάμα.”
“※ Στο πρώτο στάδιο του τοκετού διακρίνονται δύο φάσεις, η λανθάνουσα και η ενεργητική. Η λανθάνουσα φάση χαρακτηρίζεται από ήπιες ωδίνες της μήτρας και διαρκεί περίπου έξι ώρες στην πρωτότοκο και τέσσερις ώρες στην πολύτοκο. (Δυστοκία και μαιευτικές επιπλοκές κατά τον τοκετό ivf-embryo.gr, ανακτήθηκε στις 15/4/2023 https://www.ivf-embryo.gr/maieytikes-epiplokes)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πρωτοτόκος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course