HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πρωτοσέλιδος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/pɾo.toˈse.li.ðos/

Ορισμοί

  1. που καταλαμβάνει την πρώτη σελίδα ενός εντύπου
  2. πρωτοσέλιδο: αυτό που βρίσκεται στην πρώτη σελίδα ή η ίδια η πρώτη σελίδα ενός εντύπου

Παραδείγματα

“πρωτοσέλιδος τίτλος”

front-page headline

“※ Και στις 7 Νοεμβρίου 1953, η Ακρόπολις άστραψε και βρόντησε εναντίον των εφημερίδων που είχαν δημοσιεύσει την πληροφορία περί Telefunken, με πρωτοσέλιδο άρθρο της (Παύλος Τσίμας, Ο φερετζές και το πηλήκιο. Το πολιτικό μυθιστόρημα της ελληνικής τηλεόρασης, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πρωτοσέλιδος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course