Meaning of πρωτοπαπάς | Babel Free
/pɾo.to.paˈpas/Ορισμοί
-
μορφή του πρωτόπαπας dated
- ανδρικό επώνυμο
-
συνώνυμο του πρωτοπρεσβύτερος, πρωθιερέας dated
Παραδείγματα
“άλλη γραφή: πρωτοπαππάς (με ετυμολογική γραφή του παπάς)”
“άλλες μορφές: πρωτοπαπάς (παρωχημένο), με ετυμολογική γραφή του παπάς: πρωτοπαππάς & πρωτόπαππας)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.