Meaning of πρωτομάστορας | Babel Free
/pɾo.toˈma.sto.ɾas/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
συνώνυμο του πρωτεργάτης figuratively
-
ο επικεφαλής μάστορας dated
Παραδείγματα
“※ Το γιοφύρι της Άρτας, δημοτικό”
“«Ἂ δὲ στοιχειώσετε ἄνθρωπο, γιοφῦρι δὲ στεριώνει·”
“καὶ μὴ στοιχειώσετε ὀρφανό, μὴ ξένο, μὴ διαβάτη,”
“παρὰ τοῦ πρωτομάστορα τὴν ὅμορφη γυναῖκα,”
“πὄρχεται ἀργὰ τ’ ἀποταχύ, καὶ πάρωρα τὸ γιόμα.»”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.