Meaning of πρωτογενής | Babel Free
/pro.to.ʝeˈnis/Ορισμοί
- που «γεννιέται», δημιουργείται, γίνεται ή προκύπτει στο πρώτο στάδιο μιας διαδικασίας και δεν είναι αποτέλεσμα μιας προηγούμενης φάσης
- που αναφέρεται σε στοιχεία που προκύπτουν κατ' αυτόν τον τρόπο ή τα περιλαμβάνει
-
ο πρωτότοκος formal
- ο τομέας που δραστηριοποιείται στην απόσπαση και συλλογή από την φύση των πρώτων υλών (γεωργία, κτηνοτροφία, εξόρυξη μεταλλευμάτων, αλιεία, κλπ) και την χρησιμοποίηση τους άμεσα χωρίς επεξεργασία ή την διοχέτευσή τους στον δευτερογενή τομέα για επεξεργασία
Παραδείγματα
“πρωτογενής έρευνα, πρωτογενής παραγωγή, πρωτογενής πρόληψη του καρκίνου”
“πρωτογενές πλεόνασμα (αυτό που προκύπτει κατά την περίοδο ενός οικονομικού έτους, χωρίς να συνυπολογίζονται οι υποχρεώσεις από προηγούμενα έτη)”
“ο πρωτογενής τομέας της οικονομίας περιλαμβάνει τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία κλπ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.