Meaning of πρωτεύω | Babel Free
/pɾoˈte.vo/Ορισμοί
- κατατάσσομαι (αξιολογικά) στην πρώτη θέση, έρχομαι πρώτος
- πρωτεύει: προέχει, είναι ιδιαίτερα σημαντικό
-
πρωτεύει: είναι ιδιαίτερα σημαντικό impersonal
Παραδείγματα
“Πρωτεύει στη βαθμολογία / στα διαγώνισματα / στις εξετάσεις / στα μαθήματα.”
“Πρωτεύει το καθήκον προς την πατρίδα.”
“Πρωτεύει να ολοκληρωθούν τα έργα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.