Meaning of πρωτευουσιάνος | Babel Free
/pɾotevusiˈanos/Ορισμοί
- κάτοικος της πρωτεύουσας ή καταγόμενος απ’ αυτή
-
ξιπασμένος, ψηλομύτης, χαρακτηριστικά ανθρώπου από την πρωτεύουσα που περιφρονεί και υποτιμά τους επαρχιώτες ironic, offensive
Ισοδύναμα
English
Athenian
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.