Meaning of πρωτάκουστος | Babel Free
/pɾoˈta.ku.stos/Ορισμοί
-
, (σπάνια) που δεν έχει ακουστεί ξανά literally
-
συνηθισμένος ευγενικός χαρακτηρισμός για κάτι που δεν θεωρούμε σωστό broadly
Παραδείγματα
“αυτό που έκανε χθες στο πάρτι ήταν πρωτάκουστο”
“μίλαγες με μια πρωτάκουστη αυθάδεια κι όμως κανείς δεν σε σταματούσε”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.