HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πρωθύστερος | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που μπαίνει μπροστά ή αρχικά (αντί να έπεται)
    formal
  2. πρωθύστερο: σχήμα λόγου κατά το οποίο τοποθετείται αρχικά μια έννοια ή ενέργεια που λογικά έπεται
    literary

Παραδείγματα

“Στα οχτώ κεφάλαια του αφηγήματος προστίθεται κι ένα ένατο, ως επίμετρο, με πρωθύστερη χρονολογία και ετεροχρονισμένο νόημα. (*)”
“※ […] την εποχή του Παπαρρηγοπούλου ο όρος «σοσιαλισμός» δεν είχε καθιερωθεί ακόμη στην Ευρώπη και γι' αυτό χρησιμοποιεί τον όρο «κοινωνισμός». Ο κοινωνισμός του Πλήθωνος λοιπόν αποτελεί για τον Παπαρρηγόπουλο ένα περίεργο πρωθύστερο ή προδρομικό φαινόμενο, το όποιο μάλιστα προσπαθεί να το συν­δέσει με τα ρεύματα της «φυσιοκρατίας» στην Ευρώπη”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πρωθύστερος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course