Meaning of πρυμνοδέτης | Babel Free
Ορισμοί
- αλυσίδα ή σχοινί με τα οποία προσδένουν πλεούμενο, από την πρύμνη του, στη στεριά ή σε άλλο πλεούμενο
- ναυτικός υπεύθυνος για την πρυμνοδέτηση
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.