Meaning of πρυμνήσιος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με την πρύμνη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
- ο φερόμενος από την πρύμνη πλοίου ή σκάφους
Παραδείγματα
“πρυμνήσιος κάβος (= σχοινί εκ της πρύμνης)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.