HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προϋπολογισμός | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/pɾo.i.po.lo.ʝiˈzmos/

Ορισμοί

  1. η καταγραφή των εσόδων και των εξόδων που αναμένονται στο άμεσο μέλλον
  2. η εκτίμηση της δυνατότητας που έχει μια οικονομική μονάδα (οικογένεια, επιχείρηση κλπ) να προχωρήσει σε κάποια έξοδα

Ισοδύναμα

English budget

Παραδείγματα

“※ Η ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού παραδοσιακά λαμβάνει χαρακτήρα παροχής ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. (Όλγα Παναγιωτίδου, Κατατέθηκε στη Βουλή ο προϋπολογισμός, cnn.gr, 21 Νοεμβρίου 2019)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προϋπολογισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course