Meaning of προϋπηρεσία | Babel Free
/pɾo.i.pi.ɾeˈsi.a/Ορισμοί
η υπηρεσία που έχει κάποιος σε προηγούμενη ίδια ή παρόμοια με την τωρινή
Παραδείγματα
“Έχετε προϋπηρεσία σε αυτό το επάγγελμα;”
Do you have work experience in this profession?
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.