Meaning of προωθούμενος | Babel Free
Ορισμοί
- που προχωρεί μπροστά, έχει πάρει την άγουσα προς μία κατεύθυνση
- που διαφημίζεται, προμοτάρεται (για προϊόντα)
- που προβάλλεται, επιβάλλεται, ωθείται προς την κορυφή κάποιας ιεραρχίας (για ανθρώπους), ο προστατευόμενος κάποιου ή κάποιων, ο υποστηριζόμενος, προοριζόμενος για μία θέση καλύτερη από εκείνη που θα καταλάμβανε αβοήθητος ή χωρίς στήριξη
- που καταβάλλεται προσπάθεια να επιβληθεί -διακριτικά ή μη-, να εγκριθεί, να γίνει αποδεκτός (για ιδέες, σχέδια)
Παραδείγματα
“το προωθούμενο τμήμα στρατού/προωθούμενος προς την έξοδο”
“προωθούμενο με προπέλα (π.χ. πλωτό μέσο μεταφοράς)/προωθούμενος καθετήρας/προωθούμενο έμβολο”
“η προωθούμενη συμφωνία/το προωθούμενο νομοσχέδιο”
“το προωθούμενο σαμπουάν/λάδι κ.λπ.”
“Ο προωθούμενος για την προεδρία στον σύλλογο της Αθήνας..”
“ο προωθούμενος σφαγιασμός των επικουρικών συντάξεων”
“τα προωθούμενα από κάποιους κύκλους σενάρια για επάνοδο στη δραχμή”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.