Meaning of προχωρημένος | Babel Free
/pɾo.xo.ɾiˈme.nos/Ορισμοί
- που έχει προχωρήσει στην εκμάθηση μιας τέχνης, μιας γλώσσας, ενός πεδίου μελέτης· που έχει φτάσει σε ένα ικανοποιητικό σημείο γνώσης, έχει όμως περιθώρια να εξελιχθεί περισσότερο
- το αντικείμενο στου οποίου τη γνώση κάποιος έχει προοδεύσει
- που δεν είναι πια στα αρχικά του στάδια
Ισοδύναμα
English
Advanced
Παραδείγματα
“Είναι αρκετά προχωρημένος στα γαλλικά, αλλά στα γερμανικά είναι ακόμα αρχάριος.”
“Τα αγγλικά του είναι αρκετά προχωρημένα.”
“και ουσιαστικοποιημένο:”
“προχωρημένη άνοιξη, προχωρημένη σήψη”
“για χρόνο, στην έκφραση:”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.