Meaning of προφυλάξει | Babel Free
/pɾo.fiˈla.ksi/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
- θα προφυλάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προφυλάσσω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.