HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προτακτικό | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. φωνήεν (συχνά άλφα ή γιώτα) που προτάσσεται, δηλαδή μπαίνει στην αρχή μιας λέξης που αρχίζει από σύμφωνο. Συνήθως μπαίνει για ευφωνία ή για να δώσει μεγαλύτερη έμφαση και το αντίστοιχο φαινόμενο λέγεται πρόταξη, π.χ.
  2. άκλιτα που προτάσσονται κυρίων ονομάτων σε χαλαρά σύνθετα
  3. που ακολουθούνται από ενωτικό:
  4. που δεν παίρνουν ενωτικό

Παραδείγματα

“α- + βασκάνω= αβασκάνω”
“Αγια-, αγια-, Αγιο-, αγιο-, Αϊ-, αϊ-, γερο-, γρια-, θεια-, κυρα-, μαστρο-, μπαρμπα-, παπα-, χατζη-”
“κυρ, καπετάν, πάτερ”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προτακτικό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course