Meaning of προτακτικό | Babel Free
Ορισμοί
- φωνήεν (συχνά άλφα ή γιώτα) που προτάσσεται, δηλαδή μπαίνει στην αρχή μιας λέξης που αρχίζει από σύμφωνο. Συνήθως μπαίνει για ευφωνία ή για να δώσει μεγαλύτερη έμφαση και το αντίστοιχο φαινόμενο λέγεται πρόταξη, π.χ.
- άκλιτα που προτάσσονται κυρίων ονομάτων σε χαλαρά σύνθετα
- που ακολουθούνται από ενωτικό:
- που δεν παίρνουν ενωτικό
Παραδείγματα
“α- + βασκάνω= αβασκάνω”
“Αγια-, αγια-, Αγιο-, αγιο-, Αϊ-, αϊ-, γερο-, γρια-, θεια-, κυρα-, μαστρο-, μπαρμπα-, παπα-, χατζη-”
“κυρ, καπετάν, πάτερ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.