Meaning of προσωρινότητα | Babel Free
Ορισμοί
το να είναι κάποιος ή κάτι προσωρινό(ς), η κατάσταση ή η ιδιότητα του προσωρινού
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.