Meaning of προσυμφωνημένος | Babel Free
/pɾo.siɱ.fo.niˈme.nos/Ορισμοί
- που τον έχουν προσυμφωνήσει
- που έχουν προσυμφωνήσει το αποτέλεσμα
Παραδείγματα
“Προσυμφωνημένη συναλλαγή για υλοποίηση πώλησης μετοχομεριδίου της εταιρείας σε στρατηγικό επενδυτή.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.