Meaning of προσταγλανδίνη | Babel Free
Ορισμοί
ομάδα λιπιδικών ενώσεων που δρουν ως τοπικοί ορμονικοί αγγελιοφόροι στο σώμα, παίζοντας σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση διαφόρων φυσιολογικών λειτουργιών, όπως η φλεγμονή, ο πόνος, η αγγειοδιαστολή κ.λπ.
Ισοδύναμα
English
prostaglandin
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.