Meaning of προσκυνητής | Babel Free
/pɾo.sci.niˈtis/Ορισμοί
- ο πιστός που μεταβαίνει σε έναν ιερό τόπο για ιερό προσκύνημα
- είδος μεγάλου πλαγκτονοφάγου καρχαρία, με χαρακτηριστικό στόμα που μπορεί να ανοίξει σε μεγάλες διαστάσεις
Παραδείγματα
“※ Όπως της εξήγησαν, οι καλόγριες οργάνωναν μουσικές βραδιές, όπου ο κάθε προσκυνητής μπορούσε να διαλέξει ένα τραγούδι από τη χώρα του και στη γλώσσα του κι εκείνες τον συνόδευαν με την κιθάρα. (Μαίρη Μαγουλά, Ως το τέλος του κόσμου, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.