HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προσκυνητής | Babel Free

Noun feminine CEFR C1
/pɾo.sci.niˈtis/

Ορισμοί

  1. ο πιστός που μεταβαίνει σε έναν ιερό τόπο για ιερό προσκύνημα
  2. είδος μεγάλου πλαγκτονοφάγου καρχαρία, με χαρακτηριστικό στόμα που μπορεί να ανοίξει σε μεγάλες διαστάσεις

Παραδείγματα

“※ Όπως της εξήγησαν, οι καλόγριες οργάνωναν μουσικές βραδιές, όπου ο κάθε προσκυνητής μπορούσε να διαλέξει ένα τραγούδι από τη χώρα του και στη γλώσσα του κι εκείνες τον συνόδευαν με την κιθάρα. (Μαίρη Μαγουλά, Ως το τέλος του κόσμου, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προσκυνητής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course