HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προσκυνημένος | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. που δεν αντιστάθηκε, αλλά υποτάχθηκε
  2. που συνεχώς συμβιβάζεται, ανέχεται την εξουσία
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Όπως συμβαίνει πάντοτε με τη φύτρα μας, αυτή είναι η φωτεινή όψη στην περίοδο της τουρκοκρατίας. Γιατί υπάρχει και η σκοτεινή - ο ραγιαδισμός, το βόλεμα και οι προσκυνημένοι στον κατακτητή (Κώστας Σκανδαλίδης, Οι Έλληνες, Τετράδια Πατριδογνωσίας, εκδ. Καστανιώτη, 2012)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προσκυνημένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course