Meaning of προσκαθήμενος | Babel Free
/pɾo.skaˈθi.me.nos/Ορισμοί
αγρότης «δεμένος» με τη γη που καλλιεργεί, που «δεν μπορεί» να εγκαταλείψει το κτήμα που εργάζεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη κι ούτε ν’ αλλάξει επάγγελμα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.