Meaning of προσθαλασσώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
- θα προσθαλασσώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσθαλασσώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.