Meaning of προσεταιριστικός | Babel Free
Ορισμοί
προσεταιριστική ιδιότητα: η ιδιότητα που έχουν κάποιες πράξεις, όταν εκτελούνται διαδοχικά, να είναι το αποτέλεσμά τους ανεξάρτητο από τη σειρά με την οποία θα εκτελεστούν. Πχ (5+2)+1=5+(2+1), (2*2)*3=2*(2*3)
Παραδείγματα
“η πρόσθεση και ο πολλαπλασιασμός έχουν την προσεταιριστική ιδιότητα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.