HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προσεταιριστικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2

Ορισμοί

προσεταιριστική ιδιότητα: η ιδιότητα που έχουν κάποιες πράξεις, όταν εκτελούνται διαδοχικά, να είναι το αποτέλεσμά τους ανεξάρτητο από τη σειρά με την οποία θα εκτελεστούν. Πχ (5+2)+1=5+(2+1), (2*2)*3=2*(2*3)

Παραδείγματα

“η πρόσθεση και ο πολλαπλασιασμός έχουν την προσεταιριστική ιδιότητα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προσεταιριστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course