Meaning of προσεγγιστικό σύμφωνο | Babel Free
/pɾo.seŋ.ɟis.tiˈko ˈsiɱ.fo.no/Ορισμοί
σύμφωνο που ταξινομείται ως προσεγγιστικό με βάση τον τρόπο της άρθρωσής του, με προσέγγιση (των αρθρωτών) χωρίς άμεση τριβή όπως στα τριβόμενα
Παραδείγματα
“Στην κοινή νεοελληνική δεν υπάρχουν προσεγγιστικά σύμφωνα. Υπάρχουν όμως τα πλευρικά προσεγγιστικά σύμφωνα [l ʎ] και στις βόρειες διαλέκτους το υπερωικοποιημένο [ɫ]. Ωστόσο στην κρητική διάλεκτο υπάρχει το ανακεκαμμένο προσεγγιστικό [ɻ].”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.