Meaning of προσαχθείς | Babel Free
Ορισμοί
- μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος προσάγω (νομικός όρος) που έχει προσάχθηκε, δεν έχει συλληφθεί, ούτε του έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, αλλά κρατείται προσωρινά
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσάγομαι
- θα προσαχθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσάγομαι
Παραδείγματα
“οι προσαχθέντες αφέθηκαν τελικά όλοι ελεύθεροι εκτός από δύο”
“η προσαχθείσα τελικά οδηγήθηκε στον εισαγγελέα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.