Meaning of προσανατολίζω | Babel Free
/pɾo.sa.na.toˈli.zo/Ορισμοί
- εντοπίζω το σημείο της ανατολής στον ορίζοντα (και (κατ’ επέκταση) και τα άλλα σημεία του ορίζοντα), ώστε να βρω προς τα πού πρέπει να κινηθώ ή πού βρίσκομαι
-
κατευθύνω προς συγκεκριμένη κατεύθυνση ή βρίσκομαι εκεί figuratively
Ισοδύναμα
English
Orientate
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.