HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προσανατολίζω | Babel Free

Verb CEFR C1
/pɾo.sa.na.toˈli.zo/

Ορισμοί

  1. εντοπίζω το σημείο της ανατολής στον ορίζοντα (και (κατ’ επέκταση) και τα άλλα σημεία του ορίζοντα), ώστε να βρω προς τα πού πρέπει να κινηθώ ή πού βρίσκομαι
  2. κατευθύνω προς συγκεκριμένη κατεύθυνση ή βρίσκομαι εκεί
    figuratively

Ισοδύναμα

English Orientate

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προσανατολίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course