Meaning of προσέλευση | Babel Free
/pɾoˈse.lef.si/Ορισμοί
η ενέργεια του ρήματος προσέρχομαι, το να έρχεται κανείς σε έναν τόπο με σκοπό να συμμετάσχει σε προγραμματισμένη δραστηριότητα
Παραδείγματα
“η προσέλευση των φιλάθλων στο στάδιο ξεκίνησε πολύ νωρίς, δυο ώρες πριν τους αγώνες”
“η προσέλευση του μάρτυρα στο δικαστήριο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.