HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προσάρτηση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/pɾoˈsaɾ.ti.si/

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσαρτώ
  2. η υπαγωγή ενός κράτους στην κυριαρχία ενός άλλου μονομερώς και χωρίς τη δική του βούληση ή επιδίωξη
  3. η υπαγωγή μιας περιοχής (ή κι ενός κράτους) στην κυριαρχία ενός (άλλου) κράτους με αμοιβαία βούληση ή επιδίωξη
  4. η σύνδεση, η σύναψη
    formal, general

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Near-synonyms: σύναψη f (sýnapsi), σύνδεση f (sýndesi)”
“※ Το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Μαουτχάουζεν, έξω από το ομώνυμο χωριό 170 χιλιόμετρα δυτικά της Βιέννης, ιδρύθηκε από τους Γερμανούς ναζιστές, πριν από 82 χρόνια, τον Αύγουστο του 1938 ―λίγους μήνες μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στο γερμανοναζιστικό Τρίτο Ράιχ στις 12 Μαρτίου 1938― αρχικά για να μεταφερθούν εκεί κρατούμενοι από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου και μετά από το Άουσβιτς. (Εφημερίδα των Συντακτών, 05.05.2020)”
“※ Τότε εξάλλου αποφασίστηκε και η προσάρτηση στην Ελλάδα της Θεσσαλίας και της Άρτας, παρόλο που η χώρα δεν είχε μετάσχει σε πολεμικές επιχειρήσεις (1881). Η αντίστροφη μέτρηση για τα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε ξεκινήσει. (Εφημερίδα Το Βήμα, 31.12.2011)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προσάρτηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course