Σημασία του προπορευτώ | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
- θα προπορευτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προπορεύομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.