Meaning of προπορευτεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
- θα προπορευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προπορεύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.