Meaning of προπληρωμένη κάρτα | Babel Free
Ορισμοί
πλαστική κάρτα που χρησιμοποιείται στη διενέργεια συναλλαγών, της οποίας η χρηματική - αγοραστική αξία είναι προπληρωμένη κι αποθηκευμένη στην ίδια την κάρτα και όχι σε εξωτερικό λογαριασμό (όπως συμβαίνει με τη χρεωστική κάρτα) σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.